ἐμφράξει

ἔμφραξις
stoppage
fem nom/voc/acc dual (attic epic)
ἐμφράξεϊ , ἔμφραξις
stoppage
fem dat sg (epic)
ἔμφραξις
stoppage
fem dat sg (attic ionic)
ἐμφράσσω
bar a passage
aor subj act 3rd sg (epic)
ἐμφράσσω
bar a passage
fut ind mid 2nd sg
ἐμφράσσω
bar a passage
fut ind act 3rd sg
ἐμφράσσω
bar a passage
aor subj act 3rd sg (epic)
ἐμφράσσω
bar a passage
fut ind mid 2nd sg
ἐμφράσσω
bar a passage
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ένθετος — η, ο (AM ἔνθετος, ον) [εντίθημι] αυτός που έχει τοποθετηθεί, παρεμβληθεί, ενταχθεί κάπου νεοελλ. 1. ναυτ. «ένθετοι λέμβοι» οι βάρκες που τοποθετούνται πάνω στο κατάστρωμα τού πλοίου σε αντιδιαστολή με τις «κρεμαστές» 2. (οδοντ.) «ένθετα δόντια»… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.